λίγος ()
:
< αρχ. ολίγος
el
στον ενικό αριθμό χρησιμοποιείται με μη αριθμητά ουσιαστικά για να δηλώσει μικρή, περιορισμένη ποσότητα.
Θα ήθελα λίγη ζάχαρη, παρακαλώ.
στον πληθυντικό χρησιμοποιείται κυρίως με αριθμητά ουσιαστικά για να δηλώσει μικρό, περιορισμένο πλήθος. Χρησιμοποιείται επίσης και αντωνυμικά.
μέχρι πρόσφατα πολύ λίγοι Έλληνες είχαν σύνδεση με το διαδίκτυο.
πολύ λίγοι τόλμησαν αν ανέβουν στην κορυφή του βράχου.
(αλλά και) λίγες ελπίδες του απέμειναν.
*(ουσιαστικοποιημένο) οι εκλεκτός|εκλεκτοί, οι προνομιούχος|προνομιούχοι, η ελίτ (συνηθέστερα : οι ολίγοι)
*:σ' αυτή τη χώρα μόνο οι λίγοι ευημερούν, ενώ οι πολλοί δυστυχούν.
(μεταφ.) Άνθρωπος περιορισμένων ικανοτήτων, ανεπαρκής.
ήταν πολύ λίγος για να αντιμετωπίσει τέτοια πρόκληση με επιτυχία.
λιγάκι
λίγο
λίγο_λίγο
λιγοστός
λιγοστεύω
ολίγος
λιγομίλητος
λιγόφαγος
λιγόυπνος
λιγοθυμώ, λιγόθυμος
λιγοψυχώ, λιγόψυχος
Engelska - littleEngelska - few(2)
Arabiska - XXX -->
Vietnamesiska - XXX -->
Bulgariska - XXX -->
Franska - peu
Tyska - wenig
Estniska - XXX -->
Japanska - XXX -->
Irländska - XXX -->
Isländska - XXX -->
Spanska - XXX -->
Italienska - XXX -->
Katalanska - XXX -->
Koreanska - XXX -->
Kroatiska - XXX -->
Litauiska - XXX -->
Malaysiska - XXX -->
Holländska - XXX -->
Walesiska - XXX -->
Ungerska - XXX -->
Ukrainska - XXX -->
Polska - XXX -->
Portugisiska - XXX -->
Rumänska - XXX -->
Ryska - XXX -->
Serbiska - XXX -->
Slovakiska - XXX -->
Slovenska - XXX -->
Svenska - XXX -->
Thailändska - XXX -->
Turkiska - XXX -->
Tjeckiska - XXX -->
Finska - XXX -->
λιγοσ
Fullständig information på
http://el.wiktionary.org/wiki/λίγος