|
μεταφράζω () : < μετα- + φράζωel μεταφέρω προφορικό ή γραπτό λόγο σε άλλη γλώσσα ή σε μορφή διαφορετική από την αρχική μεταφράζεται (συνήθως στο γ' ενικό): ισοδυναμεί, συνεπάγεται μεταφραζω Fullständig information på http://el.wiktionary.org/wiki/μεταφράζω |
Tolka.se använder cookies | Rensa cookies | Citocraft AB, e-post: citocraft(at)gmail.com | Se även Geografi.nu