πέος ()
:
< πέος}}
el
το αρσενικό όργανο ούρησης και συνουσίας στα θηλαστικά, ορισμένα πτηνό|πτηνά και άλλα ζώα
πεοθηλασμός
πεολειξία
Συνηθισμένες ονομασίες...
ανδρικό_μόριο
πουλί
φαλλός
Χυδαίες ονομασίες...
βήλα
βιλλί
ζάβλακας
καυλί
καυλιτσέκι
μαλαπέρδα
ματσούκα
μελάτη
μπάμπαλο
παπάρι
πούλος
πούτσα, πούτσος
σηκωμένη (αλλά και πεσμένη...)
τσουτσούνα
ψώλος, ψώλα, ψωλή
και τα... υπερθετικά τους...
πούτσαρος, πουτσάρα
ψώλαρος
Πιο... ουδέτερες ονομασίες...
αγγούρι
άλμπουρο
βάσανο
γουδοχέρι
διάολος
ξερή
στυλιάρι
σύρτης
σφίχτης
τύλος
φύση
Engelska - penis
Arabiska - ΧΧΧ -->
Αρχαία Αιγυπτιακά : ˁḥnn
Vietnamesiska - ΧΧΧ -->
Bulgariska - ΧΧΧ -->
Franska - pénis
Tyska - ΧΧΧ -->
Danska - ΧΧΧ -->
Estniska - ΧΧΧ -->
- peniso|noentry=1
Japanska - ΧΧΧ -->
Irländska - ΧΧΧ -->
Isländska - ΧΧΧ -->
Spanska - pene
Italienska - ΧΧΧ -->
Katalanska - ΧΧΧ -->
Koreanska - ΧΧΧ -->
Kroatiska - ΧΧΧ -->
Litauiska - nsɔ́ka
- wulu|noentry=1
Holländska - penis
Ungerska - ΧΧΧ -->
Ukrainska - ΧΧΧ -->
Polska - ΧΧΧ -->
Portugisiska - ΧΧΧ -->
Rumänska - ΧΧΧ -->
Ryska - ΧΧΧ -->
Serbiska - ΧΧΧ -->
Slovakiska - ΧΧΧ -->
Slovenska - ΧΧΧ -->
Svenska - ΧΧΧ -->
Thailändska - ΧΧΧ -->
Tjeckiska - penis
Turkiska - ΧΧΧ -->
Finska - ΧΧΧ -->
πεοσ
Fullständig information på
http://el.wiktionary.org/wiki/πέος